Καμερούν

Καμερούν
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καμερούν Έκταση: 475.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.184.748 (2002) Πρωτεύουσα: Γιαουντέ (1.154.400 κάτ. το 2002)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Στα Β οριοθετείται από τη λίμνη Τσαντ, στα Α συνορεύει με το Τσαντ και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, στα Ν με τη Δημοκρατία του Κονγκό, την Γκαμπόν και την Ισημερινή Γουινέα και στα Δ με τη Νιγηρία. Στα Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Το Κ. πήρε την ονομασία του από τον Pίο ντος Kαμαράος (ποταμός με τις καραβίδες), όπως αποκαλούσαν οι Πορτογάλοι τον ποταμό Bούρι, εκεί όπου οι αμμουδερές όχθες του σχηματίζουν τις εκβολές του, στον κόλπο της Mπιάφρα. Από εκείνο το σημείο άρχισε και η διείσδυση των Ευρωπαίων προς το εσωτερικό της χώρας και μάλιστα η βαθιά προώθηση των Γερμανών στα τέλη του 19ου αι. προς τα Α μέχρι τα σύνορα του Κονγκό και προς τα Β –πέρα από τα ψηλά βουνά της Aνταμάουα– μέχρι τη λίμνη Τσαντ. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο αυτή η γερμανική αποικία διανεμήθηκε στους Γάλλους και στους Άγγλους, οι οποίοι απέκτησαν τα εδάφη της με τη διαδικασία της εντολής. Ως εντολοδόχος δύναμη, η Γαλλία πήρε ως μερίδιο το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, ενώ η Αγγλία κράτησε τη στενή λωρίδα που εκτεινόταν στα Δ των βουνών του Κ. και που –με την ονομασία Βρετανικό Κ.– διοικήθηκε μαζί με τη Νιγηρία. Το 1960 τα πρώην υπό γαλλική εντολή εδάφη του Κ. αποτέλεσαν ανεξάρτητη δημοκρατία· ακολούθησε δημοψήφισμα (1961) με το οποίο ο πληθυσμός του νότιου τμήματος του Βρετανικού Κ. εκδήλωσε την επιθυμία να ενωθεί με το παλιό Γαλλικό Κ. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία του Κ. την 1η Οκτωβρίου 1961.Ο αρχικός ομοσπονδιακός χαρακτήρας του Κ. εξασφάλιζε στις δύο επαρχίες του (Ανατολικό ή πρώην Γαλλικό Κ. και Δυτικό ή πρώην Νότιο Βρετανικό Κ.) μεγάλη πολιτική και διοικητική αυτονομία, αφού κάθε επαρχία είχε τη δική της αιρετή τοπική βουλή και τη δική της κυβέρνηση. Όμως με το δημοψήφισμα στις 20 Μαΐου 1972 η δημοκρατία προσέκτησε καινούργια ενιαία πολιτική φυσιογνωμία. Η χώρα διαιρείται σε 10 επαρχίες (σε παρένθεση η διεθνής ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός των επαρχιών το 2002): Ανατολική (Est, Μπερούα, 805.300), Ανταμάουα (Adamaoua, Νγκαουντερέ, 771.000), Βόρεια (Nord, Γκαρούα, 1.295.700), Βορειοδυτική (Nord-Ouest, Μπαμέντα, 1.926.400), Δυτική (Ouest, Μπαφουσάμ, 2.086.000), Κεντρική (Centre, Γιαουντέ, 2.571.400), Νότια (Sud, Εμπολόουα, 582.000), Νοτιοδυτική (Sud-Ouest, Μπουέα, 1.304.700), Παράκτια (Littoral, Ντουάλα, 2.109.300), Υπερβόρεια (Extreme-Nord, Μαρούα, 2.889.200).Επίσημες γλώσσες είναι η γαλλική και η αγγλική, ομιλούνται όμως ευρέως τουλάχιστον 24 ιδιωματικές διάλεκτοι (μπαντού και σουδανέζικες). Πολλές φυλές συνθέτουν το εθνολογικό μωσαϊκό του Κ. Ο πληθυσμός αποτελείται σε ποσοστό 31% από κατοίκους των υψιπέδων, 27% από Μπαντού, 11% από Κιρντί, 10% από Φουλανί και το υπόλοιπο ποσοστό από άλλες μικρότερες φυλές.Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1972 –όπως τροποποιήθηκε πολλές φορές στα επόμενα χρόνια– το Κ. είναι πολυκομματική δημοκρατία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την εθνοσυνέλευση, η οποία αποτελείται από 180 μέλη που εκλέγονται για 5 χρόνια. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται απευθείας από τον λαό για 7 χρόνια. Εκείνος έχει το δικαίωμα να παρατείνει ή να συντομεύσει τη θητεία της βουλής. Επίσης ο πρόεδρος είναι εκείνος που διορίζει τον πρωθυπουργό αλλά και τους κυβερνήτες των επαρχιών.Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1990 μοναδικό κόμμα ήταν το Δημοκρατικό Κίνημα του Λαού του Κ. (RDPC). Έκτοτε νομιμοποιήθηκαν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σημαντικότερα από τα οποία είναι η Εθνική Ένωση για τη Δημοκρατία και την Πρόοδο (UNDP), το Σοσιαλδημοκρατικό Μέτωπο (SDF) και η Δημοκρατική Ένωση του Κ. (UDC). Στις εκλογές του 1997 πρόεδρος του Κ. εξελέγη ο Πολ Μπίγια.Το νομικό σύστημα αποτελεί μείξη του γαλλικού, κατά βάση, και του βρετανικού δικαίου. Οι δικαστές διορίζονται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας σε συνεργασία με το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας εδρεύει στην πρωτεύουσα Γιαουντέ· στη δικαιοδοσία του υπάγονται τόσο οι πράξεις του προέδρου της δημοκρατίας όσο και του αντιπροέδρου και των υπουργών. Επίσης έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται σχετικά με τη συνταγματικότητα των προτεινόμενων νόμων· ωστόσο σε αυτές τις περιπτώσεις τα μέλη του ανώτατου δικαστηρίου συμπληρώνονται από ισάριθμα πρόσωπα της εκλογής του προέδρου της δημοκρατίας.Μεγάλο μέρος του πληθυσμού (40%) ακολουθεί τις πατροπαράδοτες τοπικές λατρείες, το 40% έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό (κυρίως Καθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι), ενώ το 20% των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι.Η χώρα έχει δεχτεί την ευρωπαϊκή επιρροή, δηλαδή τη βρετανική και ιδιαίτερα τη γαλλική, και έχει φροντίσει για τη λειτουργία κρατικών και ιδιωτικών σχολείων (τα τελευταία διευθύνονται από ιεραποστόλους). Η βασική εκπαίδευση περιλαμβάνει 8 χρόνια σπουδών, η μέση 5 χρόνια, ενώ η ανώτερη μέση ολοκληρώνεται με δύο επιπλέον χρόνια. Το ποσοστό του αναλφαβητισμού το 2001 άγγιζε μόλις το 6%. Το 1962 ιδρύθηκε στη Γιαουντέ πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα σε πανεπιστημιακό επίπεδο λειτουργούν η ανώτατη ομοσπονδιακή γεωργική σχολή, καθώς και μία ακόμα ανώτατη σχολή που άνοιξε τις πύλες της το 1966, ύστερα από πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ.Οι ένοπλες δυνάμεις περιλαμβάνουν στρατό ξηράς, ναυτικό, αεροπορία, την εθνική φρουρά και την προεδρική φρουρά.Το 3,5% του προϋπολογισμού καλύπτει δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας (1999). Σε κάθε γιατρό αντιστοιχούν περίπου 15.000 πολίτες.Το έδαφος του Κ. στηρίζεται σε μια υφαλοκρηπίδα αρχαιοζωικών πετρωμάτων οι πτυχώσεις των οποίων, αφού δέχτηκαν κρυσταλλικές εισδύσεις και εκτεταμένα φαινόμενα μεταμόρφωσης, υπέστησαν έντονες διαδικασίες ισοπέδωσης. Στη συνέχεια αυτή η αρχαία ασπίδα γνώρισε σημαντικά τεκτονικά και ηφαιστειακά φαινόμενα που στο τριτογενές δημιούργησαν μια γενική ανανέωση των επιφανειών σε σχέση με τον σχηματισμό ενός εκτεταμένου ρήγματος με κατεύθυνση από τα ΒΑ προς τα ΒΔ. Το ρήγμα αυτό προκάλεσε αφενός τον σχηματισμό της νιγηριανής λεκάνης και του ίδιου του κόλπου της Γουινέας και αφετέρου την ανύψωση, στα Α, του ηπειρωτικού συγκροτήματος του Κ. Κατά μήκος της παρυφής του ρήγματος συνεχίστηκαν με θεαματικό τρόπο τα ηφαιστειακά φαινόμενα και πιο πρόσφατα σχηματίστηκε ο κώνος του Κ. Ο τελευταίος αρχικά υψωνόταν απομονωμένος στη θάλασσα και ύστερα ενώθηκε με τη στεριά από τις προσχώσεις, ενώ μέχρι σήμερα υπόκειται σε περιοδικές εκρηκτικές εκδηλώσεις. Προς τα Β, η ράχη του Κ. ενώνεται με τον γρανιτικό όγκο του Aνταμάουα, που συνδέεται με τους μεγάλους ηφαιστειακούς όγκους της κεντρικής Σαχάρα. Οι ιζηματογενείς σχηματισμοί στα βαθύπεδα και σε όλη την παράκτια λωρίδα μαρτυρούν διάφορες φάσεις θαλάσσιας εισβολής, που διήρκεσαν έως το δευτερογενές.Μεγάλο τμήμα του εδάφους του Κ. εισδύει στην κεντρική Αφρική· προς τα Β καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα της σαχαριανής Αφρικής, σε επαφή με τη λίμνη Τσαντ, και προς τα Ν εισχωρεί με μια παράκτια λωρίδα στη γουινεϊκή Αφρική. Το έδαφος που ορίζεται κυρίως από συμβατικά σύνορα διαιρείται σε διάφορες υδρογραφικές λεκάνες, που ανήκουν ως επί το πλείστον σε τέσσερις εκτεταμένες περιοχές ηπειρωτικών βαθυπέδων: στη νιγηριανή λεκάνη, που εκτείνεται στο έδαφος του Κ. όπου βρίσκεται ο ποταμός Mπενούε, στη λεκάνη της Τσαντ, στις λεκάνες των ποταμών Σανάγκα και Nιόνγκ και, τέλος, στη λεκάνη του Κονγκό. Ανάμεσα στη νιγηριανή λεκάνη και στη λεκάνη του Σανάγκα υψώνονται τα κυριότερα ανάγλυφα που έχουν κατεύθυνση από τα ΝΔ προς τα ΒΑ· τα ανάγλυφα συνεχίζουν στο υψίπεδο του Aνταμάουα, που προεκτείνεται τοξοειδώς προς τα Α στο κεντρικό τμήμα της χώρας και στα όρη Mαντάρα, τα οποία χωρίζουν τις λεκάνες του Νίγηρα και της Τσαντ στο βορειότερο τμήμα. Σε σχέση με τη μορφολογία και τις βιοκλιματικές συνθήκες, το έδαφος του Κ. μπορεί να διαιρεθεί σε διάφορες ζώνες, που σε μερικές περιπτώσεις αποκτούν τα χαρακτηριστικά αληθινών περιφερειακών ενοτήτων (π.χ. η μέση λεκάνη του Σανάγκα), ενώ σε άλλες δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα τμήμα πιο εκτεταμένων περιοχών. Ξεκινώντας από τα ΝΔ, η πρώτη ζώνη αντιπροσωπεύεται από την προσχωσιγενή παράκτια λωρίδα, πλάτους περίπου 150 χλμ., η οποία εμφανίζεται πεδινή μόλις διακόπτεται από τα ίχνη αρχαίων θαλάσσιων αναβαθμίδων. Η ακτογραμμή είναι ομαλή και φιλοξενεί μεγάλους ποταμόκολπους. Ωστόσο, η τελευταία αποκτά ιδιαίτερες όψεις σε αντιστοιχία με τον ηφαιστειακό κώνο του Κ. ο οποίος έχει ύψος μεγαλύτερο των 4.000 μ. Ο κώνος αυτός υψώνεται απομονωμένος ανάμεσα σε δύο μεγάλα δέλτα, εκείνο του Ρίο ντελ Ρέι στα Β και του Bούρι στα Ν. Το όρος Καμερούν είναι ενεργό ηφαίστειο· η τελευταία φορά που εκδήλωσε ηφαιστειακή δραστηριότητα ήταν το 2000. Τα εδάφη που βρίσκονται γύρω από το ηφαίστειο είναι τα πλέον εύφορα της χώρας. Την παράκτια λωρίδα διαδέχονται οι πρώτοι κυματισμοί γύρω από τον ρου του Σανάγκα όπου εμφανίζονται οι λατεριτικοί σχηματισμοί που διακρίνονται από τον κοκκινωπό χρωματισμό τους ανάμεσα στα εκχερσωμένα τμήματα του δάσους, τα οποία αντιστοιχούν στους οικισμούς και στις καλλιεργημένες ζώνες. Εκτεταμένες είναι οι αποψιλωμένες περιοχές, όπου το δάσος παραχωρεί τη θέση του σε πιο αραιή και χαμηλή βλάστηση. Το έδαφος υψώνεται βαθμιαία, ώσπου φτάνει σε ένα μέσο ύψος 600 μ., το οποίο ξεπερνούν, στα Β του ποταμού Σανάγκα, οι παραφυάδες του Aνταμάουα και των ορέων Mπαμπούτος. Τα τελευταία δεσπόζουν στη ζώνη που κατοικείται από τους Mπαμιλέκε, ένα από τα πιο πυκνοκατοικημένα διαμερίσματα του Κ., όπου βρίσκονται μικρά χωριά, χτισμένα στις κόγχες των κοιλάδων. Ο ορεινός όγκος του Aνταμάουα, που σχεδόν σε όλη την έκταση έχει την όψη υψιπέδου, βρίσκεται σε ένα μέσο ύψος περίπου 1.000 μ., αλλά σε μερικές ράχες φτάνει σε μεγαλύτερα ύψη, ώσπου ξεπερνά τα 2.000 μ. στον απομονωμένο όγκο του Bόκρε. Τέλος, στα Β τα όρη Mαντάρα (1.500 μ.) δεσπόζουν απομονωμένα στην εκτεταμένη περιοχή που κατεβαίνει προς τη λίμνη Τσαντ. Παντού γύρω τους εκτείνεται μια ισοπεδωμένη ζώνη, που εκφυλίζεται προς τα ΒΑ όπου ρέει ο Λογκόνε.Όλο το νότιο τμήμα του Κ. εισέρχεται στη λωρίδα του ισημερινού κλίματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από σχεδόν συνεχείς βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του χρόνου, από σταθερές τιμές θερμοκρασίας, από υψηλά ποσοστά ατμοσφαιρικής υγρασίας και από σχεδόν μόνιμη νέφωση. Το κλίμα του Κ. επηρεάζεται σημαντικά από την έκθεση της χώρας στον κόλπο της Γουινέας και από την παρουσία των αναγλύφων. Οι συνθήκες αυτές προκαλούν κλιματικές εκδηλώσεις μουσωνικού τύπου, που συνδέονται με τις εναλλαγές ξηράς και θάλασσας· τα φαινόμενα προστίθενται σε εκείνα του ισημερινού κλίματος και έτσι στην παράκτια ζώνη γύρω από την Nτουάλα παρατηρούνται βροχοπτώσεις μεγαλύτερες των 4.000 χιλιοστών, ενώ στις εκτεθειμένες πλαγιές του όρους Kαμερούν φτάνουν τα 8.000-10.000 χιλιοστά, τιμές από τις πιο υψηλές της Γης. Προς το εσωτερικό της χώρας το κλίμα παρουσιάζει τα τυπικά χαρακτηριστικά όλης της αφρικανικής περιοχής που βρίσκεται μεταξύ της γουινεϊκής και τους σουδανικής λωρίδας. Υπάρχουν δύο εποχές βροχών που διακόπτονται από μια μικρή ξηρή εποχή (τον Αύγουστο) και από μια μεγάλη ξηρή εποχή (από τον Οκτώβριο έως τον Μάιο). Οι μέσες βροχοπτώσεις κυμαίνονται στα 1.500 χιλιοστά (όπως στους λόφους της Γιαουντέ) και αυξάνουν έως τα 1.800 χιλιοστά στα δυτικά ανάγλυφα. Η μέση θερμοκρασία είναι 25°C στα Ν, 21°C στα υψίπεδα και 32,2°C στα Β.Περίπου το 42% της χώρας καλύπτεται από δάση. Περιοχές συνολικής έκτασης 20.970 τ. χλμ. έχουν ανακηρυχθεί προστατευόμενες τόσο για τη χλωρίδα τους όσο και για την πλούσια πανίδα τους. Με τη διακύμανση των βροχοπτώσεων από τον κόλπο της Γουινέας στη λίμνη Τσαντ η βλάστηση παρουσιάζει προοδευτική μετάβαση από το τροπικό δάσος που σχηματίζει στοές, στη σαβάνα και τέλος στη στέπα. Το τροπικό δάσος, που στο Κ. αποκτά όψεις ασυνήθιστης γοητείας, εκτείνεται κατά μήκος της παράκτιας λωρίδας σε βάθος περίπου 250 χλμ. Μερικά δενδρώδη είδη ξεπερνούν το ύψος των 30 μ. και δεσπόζουν, ιδιαίτερα κατά μήκος των ποταμών, πάνω από μια πλούσια βλάστηση που αναπτύσσεται στα κατώτερα επίπεδα. Κοντά στην ακτή οι μαγκρόβιοι σχηματισμοί διαδέχονται το δάσος, όπου ανάμεσα σε πολυάριθμα άλλα είδη εμφανίζεται η μεγάλη φτέρη ακρόστιχον το χρυσόχρουν. Πολυάριθμοι είναι επίσης οι φοίνικες, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται η ραφία η οινοφόρος. Το τροπικό δάσος, που στις πλαγιές του όρους Kαμερούν φτάνει το ύψος των 2.000 μ., διαδέχεται μια εκτεταμένη περιοχή που χαρακτηρίζεται από τα δάση που σχηματίζουν στοές κατά μήκος των ποταμών. Σε αντιστοιχία με τον 6ο παράλληλο και αυτό το δάσος εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνει η δενδρώδης σαβάνα, που αραιώνει στο υψίπεδο του Aνταμάουα, όπου υπάρχουν μεγάλες ποώδεις εκτάσεις, καρπός της αποψίλωσης του αρχέγονου φυτικού μανδύα από τους κτηνοτρόφους. Στα Β του υψιπέδου εκτείνεται η σαβάνα με αραιή δενδρώδη βλάστηση. Τέλος, γύρω από τη λίμνη Τσαντ εμφανίζονται οι πρώτες στεπικές εκτάσεις που περιλαμβάνουν μόνο αγρωστώδη. Η πανίδα ποικίλλει ανάλογα με το φυτικό περιβάλλον και γι’ αυτό το Κ. διαθέτει δύο διαφορετικά είδη πανίδας, του δασικού και του σουδανικού περιβάλλοντος. Η πιο πλούσια περιοχή σε άγρια πανίδα είναι η βόρεια, ιδιαίτερα οι εθνικοί δρυμοί Mπενούε και Mπουμπαντζίντα, που βρίσκονται και οι δύο στις βόρειες πλαγιές του Aνταμάουα και στον δρυμό Oυάζα, στη χαμηλή πεδιάδα του Λογκόνε. Σε αυτούς τους δρυμούς υπάρχουν σχεδόν όλα τα μεγάλα θηλαστικά της σαβάνας: λιοντάρια, λεοπαρδάλεις, τσιτάχ, ύαινες, καμηλοπαρδάλεις, ελέφαντες, βούβαλοι, ιπποπόταμοι, φακόχοιροι, γαζέλες και αντιλόπες. Στη ζώνη του δάσους ζουν πολυάριθμοι πίθηκοι, όπως επίσης ερπετά και πουλιά.Χώρα αμφιθεατρική προς τα ΝΔ, το Κ. αποστραγγίζεται κατά το ένα τρίτο του εδάφους του από τον Σανάγκα και τους παραποτάμους του. Ο ποταμός αυτός πηγάζει από τις νότιες πλαγιές του Aνταμάουα και έπειτα από μια διαδρομή με νοτιοδυτική διεύθυνση εκβάλλει στον κόλπο της Γουινέας σχηματίζοντας έναν μεγάλο ποταμόκολπο, ο οποίος διατηρείται αρκετά καθαρός χάρη στα κύματα και στα ρεύματα. Στο κεντρικό τμήμα του ρου του δέχεται από τα δεξιά τον Mπαμ, έναν ποταμό που αποστραγγίζει όλη την ανατολική πλευρά των βουνών του Κ. Η παροχή του Σανάγκα καθορίζεται σε μεγάλο μέρος από το κλίμα που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δύο εποχών για όλο το ανώτερο τμήμα της λεκάνης του, αλλά επηρεάζεται επίσης και από το ισημερινό κλίμα, που επικρατεί στο κατώτερο τμήμα. Άλλος σημαντικός ποταμός του Κ. είναι ο Νιόνγκ, που ρέει στο νότιο τμήμα της χώρας από τα Α προς τα Δ, με πορεία παράλληλη του Σανάγκα στο τελευταίο τμήμα, καθώς διαρρέει την παράκτια λωρίδα. Η νοτιοανατολική γωνία του Κ. αμβλύνεται στη λεκάνη του Κονγκό. Οι κυριότεροι ποταμοί που τη διασχίζουν είναι ο Mπούμα και ο Tζα. Οι ποταμοί αυτοί ενώνονται κοντά στη Mαλούντου σχηματίζοντας τον Nγκόκο ο οποίος, μαζί με τον Σανάγκα (του οποίου είναι παραπόταμος), αποτελεί τμήμα της μεθορίου με τη Δημοκρατία του Κονγκό. Ο Mπενούε, παραπόταμος του Νίγηρα, συγκεντρώνει τα νερά της βόρειας πλευράς του Aνταμούα, όπου βρίσκονται πολυάριθμοι βραχίονες των πηγών του. Ένας από αυτούς, ο Kέμπι, είναι ταυτόχρονα παραπόταμος του Λογκόνε· οι δύο ποταμοί χωρίζονται από μια λιμναία περιοχή που βρίσκεται ακριβώς στα Α της μεθορίου του Κ. Στη λεκάνη της Τσαντ ανήκουν μερικοί άλλοι παραπόταμοι του Λογκόνε, ο οποίος αποτελεί για ένα ορισμένο τμήμα τη μεθόριο με το Τσαντ.Το Κ. είναι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων. Οι διάφορες εθνικές ομάδες που το κατοικούν επιβλήθηκαν στο αρχαιότερο αυτόχθον στοιχείο, το οποίο σήμερα εκπροσωπείται από ολιγάριθμους Mπατζέλι και Mπαμπίνγκα, που βρίσκονται συγκεντρωμένοι κυρίως στη λεκάνη του Σανάγκα. Σε αυτή την περιοχή εγκαταστάθηκαν σταδιακά και οι πληθυσμοί που κατάγονται από τους Mπαντού, οι οποίοι ήρθαν από τον νότο. Αλλά και από τον βορρά σημειώθηκαν σημαντικές μετακινήσεις λαών, ανάμεσα στις οποίες και η σχετικά πρόσφατη διείσδυση της φυλής Φούλμπε στο Κ. Με βάση τους φυλετικούς χαρακτήρες, τη συγγένεια των γλωσσικών ιδιωμάτων τους και τα στοιχεία της κουλτούρας τους διακρίνονται τρεις κύριες εθνικές ομάδες στη χώρα: οι Mπαντού, οι ημι-Mπαντού (λαοί που η φυσιογνωμία τους φέρει την έντονη επίδραση του στοιχείου Mπαντού) και τέλος, οι μαύρες σουδανικές φυλές με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι πληθυσμοί Mπαντού καταλαμβάνουν κυρίως το νότιο τμήμα της χώρας και περιλαμβάνουν τις φυλές Nτουάλα, Mπανέν, Mπάσα, Mπάφια, Γιαουντέ, Mπουλού και Έτον· από αυτές, οι τρεις τελευταίες ανήκουν στη μεγάλη ομάδα των Φανγκ. Βορειότερα από τους λαούς αυτούς ζουν οι ημι-Mπαντού, από τους οποίους οι αριθμητικά σπουδαιότεροι είναι οι Tικάρ, οι Mπαμούμ, οι Mπαλί, οι Kεάκα και οι Mπαμιλέκε· οι τελευταίοι αντιπροσωπεύουν και την εθνική ομάδα της χώρας. Στο κεντρικό Κ. είναι εγκατεστημένες οι σουδανικές φυλές, σπουδαιότερες από τις οποίες είναι οι Mπουμ, οι Nτουρού, οι Λάκα, οι Mπερέ, οι Bουτέ και οι Kάλα· όλοι αυτοί οι λαοί χαρακτηρίζονται ως παλαιοσουδανικοί και έχουν άμεση φυλετική συγγένεια με τους πληθυσμούς που ζουν και σήμερα στο κεντρικό Σουδάν, στα Β της μεγάλης ζώνης των δασών, αν και παρουσιάζουν μερικά ιδιαίτερα γνωρίσματα που τους προσδίδουν μια ιδιομορφία. Τέλος, στο βορειότατο τμήμα του Κ. είναι συγκεντρωμένοι οι λαοί που εμφανίζουν χαρακτηριστικά λευκών, όπως οι Φούλμπε, οι Xάουσα και οι Kανούρι.Ο ακριβής υπολογισμός του συνολικού πληθυσμού του Κ. την εποχή της αποικιοκρατίας παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες: αφενός γιατί το τότε Κ. δεν αντιστοιχούσε εδαφικά στο σημερινό και αφετέρου διότι οι αριθμοί που διατίθενται (2.648.000 κάτοικοι το 1912-13) προέρχονται από αμφίβολες εκτιμήσεις. Η γαλλική απογραφή του 1935 έδειξε ότι στη χώρα διέμεναν λίγο περισσότεροι από 2.300.000 κάτ., που σύμφωνα με την πρώτη επίσημη απογραφή, η οποία διενεργήθηκε αφότου το Κ. απέκτησε την ανεξαρτησία του (1960-65), είχαν ήδη υπερδιπλασιαστεί. Η απογραφή του 1987 έδειξε ότι ο πληθυσμός έφτασε τους 10.495.655 κατ., ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει τα 16.000.000, με μέση πυκνότητα 34 κάτ. ανά τ. χλμ. Ο δείκτης ετήσιας αύξησης του πληθυσμού του Κ. είναι 2,36%, χαμηλός για αφρικανική χώρα, ενώ το προσδόκιμο ζωής το 2002 υπολογιζόταν σε 54 χρόνια (55 χρόνια για τις γυναίκες, 53 χρόνια για τους άντρες). Σχετικά με την κατανομή του πληθυσμού παρατηρούνται έντονες ανισότητες: στις αχανείς δασώδεις εκτάσεις οι πληθυσμιακές τιμές είναι πάρα πολύ χαμηλές, ενώ στα εδάφη που ευνοούνται κλιματικά (όπως η Δυτική επαρχία) αντιστοιχούν περισσότεροι από 150 κατ. ανά τ. χλμ. Πυκνοκατοικημένες είναι οι αστικές περιοχές καθώς και όλη η παράκτια ζώνη του κεντρικού και βόρειου Κ.Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του Κ. ζει σε χωριά, η μορφή των οποίων ποικίλλει ανάλογα με το φυσικό περιβάλλον και με την κοινωνική οργάνωση κάθε περιοχής. Ιδιαίτερο χαρακτήρα παρουσιάζουν τα χωριά των ημι-Mπαντού της φυλής Mπαμιλέκε, της οποίας τα μέλη χωρίζονται σε κοινότητες με δικό της αρχηγό (φονγκ) η καθεμία. Τα εδαφικά όρια της κάθε κοινότητας είναι προσδιορισμένα με απόλυτη σαφήνεια και μέσα στα όρια αυτά συγκεντρώνονται τα σπίτια και τα χωράφια των κατοίκων, τα οποία καλλιεργούνται εντατικά. Ο φεουδαρχικός τρόπος οργάνωσης είναι ευρέως διαδεδομένος στον βορρά καθώς και στις κεντροδυτικές περιοχές (Mπαμούν). Η φεουδαρχική επιρροή αντικατοπτρίζεται στη χωροταξική διάταξη των οικισμών και κυρίως στη διαρρύθμιση της κατοικίας του αρχηγού της φυλής. Αυτή αποτελείται από ένα κεντρικό οικοδόμημα, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται τα κτίσματα που προορίζονται για τις γυναίκες, τους υπηρέτες κλπ. Ανάλογες οικιστικές μορφές απαντώνται και στους Mπουμ. Στην Aνταμάουα σχεδόν όλοι οι οικισμοί ανήκουν στους Φούλμπε, οι οποίοι ζουν μόνιμα στην περιοχή. Τα χωριά τους είναι περιτριγυρισμένα από λασπότοιχους, αλλά στις καλύβες τους διακρίνεται η παλαιοσουδανική επιρροή. Στο υψίπεδο του Mπενούε χαρακτηριστικές είναι οι κατοικίες οβίδες, που οφείλουν την ονομασία τους στη στρογγυλή δομή τους, η οποία καταλήγει σε έναν μακρουλό θόλο στην κορυφή. Τα κτίσματα αυτά βρίσκονται το ένα πολύ κοντά στο άλλο ή ενώνονται με περιβόλους από άργιλο, μέσα στους οποίους περικλείονται και οι απαραίτητοι αχυρώνες. Λίγο νοτιότερα οι καλύβες διατηρούν τη θολωτή σκεπή τους, ωστόσο καταλήγουν σε τετράγωνο κτίσμα. Στην περιοχή των δασών το τετράγωνο σχήμα της καλύβας επικρατεί ολοκληρωτικά και οι κατοικίες δεν σχηματίζουν ομάδες αλλά βρίσκονται παρατεταγμένες σε όλο το μήκος του στενού μονοπατιού που ανοίγεται μέσα στο δάσος. Τέλος, τα μικρά χωριά των Mπατζέλι και των Mπαμπίνγκα βρίσκονται στην άκρη των μικρών ξέφωτων και τα καταλύματά τους αποτελούνται από μια στέγη-καταφύγιο, κατασκευασμένη με κλαδιά και φύλλα.Σημαντικότερα αστικά κέντρα της χώρας είναι τα εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2002): Γιαουντέ (1.154.400), Nτουάλα (1.274.300), Γκαρούα (387.000), Mπαφουσάμ (250.500) και Mπαμέντα (290.300). Καθένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα του Κ. έχει δημιουργηθεί υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Όλα όσα βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της χώρας καθρεφτίζουν έντονα τη μουσουλμανική επιρροή, έστω και αν δεν απαντώνται παντού τα τυπικά σπίτια από πηλό που χαρακτηρίζουν τις ισλαμικές σουδανικές πόλεις. Αντίθετα τα αστικά κέντρα του νότου υψώνονται στα μέρη όπου βρίσκονταν κάποτε τα χωριά των αυτοχθόνων· με την εγκατάσταση των Ευρωπαίων, οι οποίοι τα επέλεξαν για κατοικία τους και κέντρα της εμπορικής τους δραστηριότητας, εξελίχθηκαν με τον καιρό σε μεγάλες πόλεις. Η Nτουάλα και η Γιαουντέ παρουσιάζουν μια εντελώς δυτική φυσιογνωμία στις κεντρικές συνοικίες τους, όπου χάρη στους ευθείς δρόμους σχηματίζονται κανονικά οικοδομικά τετράγωνα με μοντέρνα κτίρια. Ωστόσο, γύρω από αυτό το ευρωπαϊκό κέντρο της πόλης εκτείνονται φτωχικές συνοικίες, με καλύβες χτισμένες πρόχειρα, οι οποίες δεν διαφέρουν πολύ από εκείνες των χωριών. Οι πόλεις της περιοχής της Aνταμάουα παλαιότερα λειτουργούσαν ως οχυρά, που σταδιακά αναπτύχθηκαν γύρω από τις κατοικίες των σουλτάνων. Στις γειτονιές των αυτοχθόνων απαντώνται οι οικοδομικές φόρμες των χωριών, αλλά οι διάφορες φυλετικές ομάδες δεν αναμειγνύονται: καθεμία ζει στη δική της συνοικία. Η παρουσία αυτοχθόνων αστών, όπως οι Φούλμπε και οι Xάουσα, είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οι πόλεις αυτές έξω από κάθε ευρωπαϊκή επιρροή και έτσι άνθησε το τοπικό εμπόριο, το οποίο κυριαρχεί σε μια τεράστια έκταση του κεντρικού Κ. Ο αστικός πληθυσμός της χώρας, συγκριτικά με τον συνολικό πληθυσμό, παρουσιάζεται σχετικά αυξημένος. Αυτό οφείλεται κυρίως στις δύο μητροπόλεις, την Nτουάλα και τη Γιαουντέ, που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε ένα έντονα αναπτυξιακό στάδιο, αποτελώντας τους δύο μεγαλύτερους πόλους έλξης για εκείνους που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε ένα αστικό κέντρο.Κατά τη δεκαετία 1975-85 η οικονομία του Κ. παρουσίασε σταθερή ανάπτυξη χάρη στην εκμετάλλευση μιας αρκετά μεγάλης ποικιλίας αγροτικών προϊόντων και ενός αξιόλογου ορυκτού πλούτου. Η παραγωγική δραστηριότητα ενισχύθηκε ύστερα από την εφαρμογή πενταετών αναπτυξιακών προγραμμάτων, έτσι ώστε η χώρα, επωφελούμενη και από την εξωτερική βοήθεια, να αποκαταστήσει την ισορροπία ανάμεσα στις προηγμένες νότιες περιοχές της και στις υπανάπτυκτες ζώνες του εσωτερικού της. Πράγματι, ολόκληρη η αχανής ενδοχώρα του Κ. χαρακτηρίζεται από μια οικονομία απλής επιβίωσης, με ασήμαντη εμπορική παραγωγή και μάλλον σποραδική κτηνοτροφία. Σημαντικό πρόβλημα της χώρας είναι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων και η διαφθορά πολλών από αυτούς, με αποτέλεσμα να δαπανώνται τεράστια ποσά σε μισθούς και ταυτόχρονα να υπάρχει απώλεια εσόδων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώθηκε και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματος, περιορισμό των δημοσίων υπαλλήλων και σε μέτρα λιτότητας. Τον Ιούνιο του 2000 ολοκληρώθηκε τριετές πρόγραμμα ανάπτυξης, υπαγορευμένο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ωστόσο εξακολουθεί να πιέζει την κυβέρνηση του Κ. για περισσότερες μεταρρυθμίσεις, οικονομική διαφάνεια και ιδιωτικοποιήσεις. Το ΑΕΠ ήταν 8.644 εκατ. δολ. το 2000, που μεταφράζεται σε κατά κεφαλήν εισόδημα 580 δολαρίων. Ο πληθωρισμός κινήθηκε στο 2% (2000) αλλά η ανεργία, που το 1992 άγγιζε μόλις το 6%, το 2001 έφτασε στο 30%.Η συντριπτική πλειονότητα (70%) του οικονομικά ενεργού πληθυσμού απασχολείται στη γεωργία. Από την άποψη των αγροτικών καλλιεργειών το Κ. είναι μια εξαιρετικά ευνοημένη χώρα, χάρη στην ποικιλία των κλιματικών συνθηκών, που είναι εύκρατες στα νότια διαμερίσματα και τροπικές στις ζώνες του βορρά. Μετά την ανεξαρτησία, οι προσπάθειες των κυβερνήσεων στόχευαν στην αυτάρκεια της χώρας. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με τις καλλιέργειες καλαμποκιού, ρυζιού, πατάτας, λαχανικών, φρούτων, μανιόκας κ.ά. Από τις αγροτικές καλλιέργειες που προορίζονται για το εμπόριο (τα προϊόντα τους αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό των συνολικών εξαγωγών του Κ.), στις πρώτες θέσεις βρίσκονται το κακάο και ο καφές. Το πρώτο καλλιεργείται κυρίως στα πρώην βρετανικά εδάφη και γύρω από τη Γιαουντέ. Ο καφές, αντίθετα, καλλιεργείται σχεδόν αποκλειστικά στο πρώην γαλλικό τμήμα της χώρας. Στις παράκτιες περιοχές του νότου ευδοκιμούν οι φυτείες των δέντρων του καουτσούκ καθώς και οι ποικιλίες των φοινικόδεντρων από τα οποία εξάγεται το φοινικέλαιο. Στα βόρεια διαμερίσματα, ιδιαίτερα στην κοιλάδα του Mπενούε, ευδοκιμεί το βαμβάκι. Τέλος η καλλιέργεια της μπανάνας βρίσκεται σε κάμψη και προοδευτικά εγκαταλείπεται για άλλα αγροτικά προϊόντα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο δασικός πλούτος της χώρας· περισσότερο από το 63% της συνολικής επιφάνειας του Κ. καλύπτεται από δάση δέντρων με πολύτιμο ξύλο όπως ο έβενος, το μαόνι και το οκουμέ. Η εκμετάλλευση των δασών αυτών είναι αρκετά εντατική, με αποτέλεσμα η παραγωγή ξυλείας να ξεπερνά τα 14 εκατ. κ.μ. τον χρόνο. Η ξυλεία αυτή εξάγεται από το λιμάνι της Mποναμπέρι ή καταλήγει στο μεγάλο σύγχρονο πριονιστήριο της Eσέκα.Τα κοπάδια των βοοειδών αριθμούν περίπου 6 εκατ. ζώα. Σήμερα, χάρη στην κατασκευή σύγχρονων σφαγείων και αρκετών εγκαταστάσεων κονσερβοποιίας βοδινού κρέατος, η κτηνοτροφία αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία από εμπορική άποψη, κυρίως στις κεντρικές περιοχές και στις σαβάνες του βόρειου Κ. Η απόδοση της αλιείας, που μέχρι πρόσφατα ήταν ασήμαντη, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι απουσίαζαν τα σύγχρονα αλιευτικά μέσα, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Η αλιεία περιλαμβάνει τόσο ψάρια του γλυκού νερού από τις λίμνες όσο και ψάρια της θάλασσας.Η εποχή της αποικιοκρατίας. Η ιστορία του Κ. αρχίζει ουσιαστικά με την περίοδο της αποικιοκρατίας. Από την εποχή εκείνη σημαντικός οικισμός ήταν κυρίως εκείνος της Ντουάλα. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που έφτασαν στις ακτές του ήταν οι Πορτογάλοι –μετά τα μέσα του 15ου αι.–, ωστόσο οι πρώτοι μόνιμοι εμπορικοί ευρωπαϊκοί οικισμοί δημιουργήθηκαν τον 17ο αι. Περίπου στα τέλη του 18ου αι. ολόκληρη η παράκτια περιοχή περιήλθε στη βρετανική επιρροή και το 1837 άρχισε ο συστηματικός αποικισμός των εδαφών· το γεγονός αυτό συμπίπτει χρονικά με τη σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στους Άγγλους και στους αυτόχθονες της φυλής Nτούλα, οπότε ο βασιλιάς της Mπίμπια παραχώρησε στη Βρετανία ένα μεγάλο μέρος της ακτής στα Β της εκβολής του ποταμού Bούρι. Στο μεταξύ, στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αι., κατακτήθηκε και το κεντρικό και βόρειο τμήμα της χώρας από τον Mοντίμπο Aντάμα (το όνομα του οποίου φέρει η ορεινή περιοχή της Aνταμάουα). Ο Aντάμα ήταν τοποτηρητής του μουσουλμάνου αρχηγού Οσμάν νταν Φόντιο, όμως το κράτος που δημιούργησε διαλύθηκε σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του (1847). Στο β’ μισό του 19ου αι. η αιφνιδιαστική εγκατάσταση της έδρας ενός γερμανικού εμπορικού οίκου κοντά στις εκβολές του ποταμού Bούρι δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί στην περιοχή μια ολόκληρη γερμανική αποικία (1884), που με επικεφαλής τον βαρόνο φον Σόντεν θεωρήθηκε ότι αποτελούσε επέκταση της κυριαρχικής εξουσίας της Γερμανίας πάνω στα εδάφη του βασιλιά Mπελ καθώς και σε αυτά άλλων επιφανών αυτοχθόνων. Η αποικιοκρατική παρουσία της Γερμανίας στο Κ. διευρύνθηκε περισσότερο όταν η Γαλλία, προκειμένου να εξασφαλίσει τη γερμανική αναγνώριση των συμφερόντων της στην Κονακρί, δέχθηκε να της παραχωρήσει τα εδάφη της Mπατάνγκα καθώς και το νησάκι που βρίσκεται στα Δ του Kβάκβα Kρικ (1885). Μολονότι ένα μέρος των γερμανικών κτήσεων περιήλθε στη συνέχεια υπό γαλλική κατοχή, ο έλεγχός τους ανακτήθηκε πάλι από τους Γερμανούς με τη συμφωνία του Aγαδίρ (1911)· η συμφωνία αυτή ήταν το αντάλλαγμα της Γαλλίας για την παραίτηση των Γερμανών από κάθε αξίωσή τους στο Μαρόκο. Αν και τα γερμανικά αποικιοκρατικά σχέδια στην περιοχή ήταν πολύ φιλόδοξα –η Γερμανία απέβλεπε στην ένωση εδαφών του Κ. με τις κτήσεις της στην ανατολική Αφρική– το αποτέλεσμα στάθηκε εντελώς εφήμερο· εκτός από τα διάφορα εμπόδια που ανέκοπταν διαρκώς τις προσπάθειες των αποίκων, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1916) οι Άγγλοι και οι Γάλλοι εισέβαλαν στη γερμανική αποικία και οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το Κ. Μετά τον πόλεμο, το 1919, με τη συνθήκη των Βερσαλιών, τα εδάφη της πρώην γερμανικής αποικίας χαρακτηρίστηκαν ως εδάφη υπό εντολή και η Kοινωνία των Eθνών εμπιστεύθηκε τη διοίκησή τους κατά ένα μέρος στη Γαλλία και κατά ένα μέρος στη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες ανέλαβαν τον ρόλο των εντολοδόχων δυνάμεων. Ειδικά η Βρετανία, στην οποία είχε παραχωρηθεί μόνο το ένα έκτο της χώρας, προσάρτησε διοικητικά αυτό το τμήμα του Κ. στη Νιγηρία. Τα γαλλικά εδάφη είχαν καθεστώς ημιαυτονομίας. Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, μετά την κατάκτηση και την κατοχή του εδάφους της μητροπολιτικής Γαλλίας από τους Γερμανούς, το Κ. τάχθηκε στο πλευρό της Γαλλικής αντίστασης· αυτό το ελεύθερο γαλλικό Κ. ενώθηκε με την Ομοσπονδία της Ισημερινής Γαλλικής Αφρικής. Αμέσως μετά τον τερματισμό του πολέμου η εντολή που υπήρχε πάνω στα εδάφη του Κ. μετατράπηκε σε εγγύηση και λίγο αργότερα, υπό τις πιέσεις των αυτοχθόνων αρχηγών Nτούλα Mάνγκα Mπελ και Oυμ Nιομπέ, η χώρα απέκτησε αρχικά ημιαυτόνομη κυβέρνηση (1957) και τελικά αυτόνομη (1958). Η τελευταία εξέλιξη ήταν ο καθορισμός, από την πλευρά του OHE, της 1ης Ιανουαρίου 1960 ως ημερομηνία λήξης κάθε μορφής κηδεμονίας και ανακήρυξης της απόλυτης ανεξαρτησίας της χώρας. Η ανεξαρτησία. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία του Κ. περιλάμβανε αρχικά μόνο τα πρώην γαλλικά εδάφη. Για να καθοριστεί η τύχη του παλαιού Βρετανικού Κ. διοργανώθηκε το 1961 από τον ΟΗΕ δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου έδειξε ότι ο πληθυσμός της περιοχής (με εξαίρεση την Aνταμάουα η οποία ενώθηκε με τη Νιγηρία) ήταν υπέρ της ένωσης με τη Δημοκρατία του Κ. Η ένωση πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1961, με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας και του Βρετανικού Κ. Πρόεδρος ανακηρύχθηκε ο Αχμαντού Αχίτζο, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός από το 1958. Μεταξύ 1961 και 1963 η χώρα γνώρισε μεγάλες ταραχές. Το 1966 όλα τα μεγάλα κόμματα του Κ. συγχωνεύτηκαν σε ένα, το Δημοκρατικό Κίνημα του Λαού του Κ. (RDPC), το οποίο ανακηρύχθηκε μοναδικό νόμιμο κόμμα της χώρας. Τελικά, με το δημοψήφισμα του 1972 η χώρα απέβαλε τον ομοσπονδιακό της χαρακτήρα και υιοθέτησε ενιαία μορφή διακυβέρνησης. Τον Ιούνιο του 1972, μετά την έγκριση ενός νέου συντάγματος, το ομοσπονδιακό σύστημα τερματίστηκε και η χώρα μετονομάστηκε επίσημα σε Ενιαία Δημοκρατία του Κ. Μετά την επανεκλογή του Aχμαντού Aχίτζο ως προέδρου (Απρίλιος του 1975), το σύνταγμα αναθεωρήθηκε και ορίστηκε πρωθυπουργός ο Πολ Mπίγια. Το 1980 ο Aχίτζο επανεξελέγη χωρίς αντίπαλο. Ωστόσο, το 1982 ο Aχίτζο παραιτήθηκε απρόσμενα και όρισε διάδοχό του τον Mπίγια. Τον Σεπτέμβριο του 1983 ο Αχίτζο εξορίστηκε στη Γαλλία και ο Mπίγια εξελέγη πρόεδρος του μοναδικού κυβερνητικού κόμματος, ενώ τον Ιανουάριο του 1984 επανεξελέγη συγκεντρώνοντας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 99,9%. Το 1984 ο Αχίτζο και δύο από τους στενότερους στρατιωτικούς συνεργάτες του δικάστηκαν (ο Aχίτζο ερήμην) για την υποτιθέμενη συμμετοχή τους σε απόπειρα πραξικοπήματος, ενώ δύο μήνες αργότερα τμήμα της προεδρικής φρουράς προσπάθησε να ανατρέψει τον Mπίγια, αλλά έπειτα από τρεις ημέρες συγκρούσεων, κατά τις οποίες εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, η ανταρσία κατεστάλη· ο Mπίγια αναδιοργάνωσε την κυβέρνησή του και επέβαλε αυστηρή λογοκρισία. Ο Πολ Mπίγια εξακολούθησε να κυβερνά χωρίς να επιτρέπει τη συμμετοχή αντιπάλων στις εκλογικές διαδικασίες και τον Απρίλιο του 1988 στις προεδρικές εκλογές επανεξελέγη με ποσοστό 98,7%. Στις αρχές του 1990 η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε τις συλλήψεις, τα βασανιστήρια και τους θανάτους κρατουμένων, με αποτέλεσμα ο Mπίγια να ανακοινώσει την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων που είχαν αναμειχθεί στην απόπειρα πραξικοπήματος. Τον Δεκέμβριο του 1990 η εθνοσυνέλευση υιοθέτησε νέα νομοθεσία με την οποία το Κ. κατέστη πολυκομματικό κράτος. Έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και μέρος της αντιπολίτευσης υπήρξε συμφωνία με βάση την οποία η αντιπολίτευση θα σταματούσε την εκστρατεία ανυπακοής και η κυβέρνηση θα απέσυρε τις απαγορεύσεις και θα άφηνε ελεύθερους τους πολιτικούς κρατούμενους. Λίγο πριν από τις εκλογές σημειώθηκαν σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα σε αντίπαλες εθνικές ομάδες στο βόρειο τμήμα της χώρας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν περισσότεροι από εκατό άνθρωποι. Τον Μάρτιο του 1992 έλαβαν μέρος στις εκλογές 32 κόμματα. Το κυβερνητικό κόμμα αναδείχθηκε πρώτο με 88 έδρες σε σύνολο 180, ενώ το πρώτο κόμμα της αντιπολίτευσης απέσπασε 68 έδρες. Το κυβερνητικό κόμμα σχημάτισε αμέσως συμμαχία με το Kίνημα για την Yπεράσπιση της Δημοκρατίας, το οποίο είχε συγκεντρώσει έξι έδρες, εξασφαλίζοντας έτσι την απόλυτη πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση. Ο Mπίγια σχημάτισε κυβέρνηση στην οποία μετείχαν κυρίως τα μέλη της προηγούμενης. Μέσα σε κλίμα αμφισβήτησης της εκλογικής νομοθεσίας για τις προεδρικές εκλογές και με κατηγορίες για παρατυπίες, πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1992 και οι προεδρικές εκλογές στο Κ. Ο ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Μετώπου Τζον Φρου Ντι διακήρυξε αμέσως ότι είχε κερδίσει τις εκλογές, αλλά λίγο αργότερα η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ο Mπίγια είχε επανεκλεγεί με το 40% των ψήφων, ενώ ο Nτι είχε εξασφαλίσει το 36%. Το αποτέλεσμα αμφισβητήθηκε με βίαιες διαδηλώσεις. Έπειτα από συνάντησή του με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν τον Μάιο του 1993, ο Mπίγια ανακοίνωσε ότι θα προέβαινε σε αναθεώρηση του συντάγματος και αργότερα πρότεινε μεταρρυθμίσεις του πολιτικού συστήματος προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του. Τα σχέδια που προτάθηκαν διατηρούσαν τον χαρακτήρα του ενιαίου κράτους, αλλά προέβλεπαν μια πιο αποκεντρωμένη μορφή διακυβέρνησης. Στη διάρκεια του 1994 σημειώθηκαν αρκετές απεργίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την υποτίμηση του φράγκου της Κεντρικής Αφρικής, ενώ νέες συγκρούσεις ξέσπασαν στο βόρειο Κ. ανάμεσα σε διαφορετικές εθνικές ομάδες. Την ίδια περίοδο δεκαέξι κόμματα της αντιπολίτευσης σχημάτισαν μια άτυπη συμμαχία, το Μέτωπο των Συμμάχων για την Αλλαγή, καταγγέλλοντας τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Οκτώβριο του 1997 ο Μπίγια επανεξελέγη πρόεδρος, αλλά τα κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν μποϊκοτάρει τις εκλογές. Το 1998 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εκλήθη να αποφανθεί περί της διαμάχης μεταξύ Κ. και Νιγηρίας γύρω από τη διεκδίκηση της πλούσιας σε πετρέλαιο χερσονήσου Μπακάσι. Έκτοτε οι εχθροπραξίες διακόπηκαν αλλά καμία από τις δύο χώρες δεν έχει αποσύρει τις διεκδικήσεις της.Το Κ. είναι μία από τις λίγες αφρικανικές χώρες όπου υπάρχουν ντοκουμέντα γραπτής λογοτεχνίας. Τον 19ο αι. αναπτύχθηκαν δύο τύποι γραφής: ο πρώτος εμφανίστηκε στην περιοχή Mπαγκάμ με γράμματα που έμοιαζαν με τα κεφαλαία του λατινικού αλφαβήτου· ο δεύτερος, που εμφανίστηκε στην περιοχή Mπαμούν με πρωτότυπη γραφή, συλλαβική και φωνητική, είχε ως εμπνευστή τον βασιλιά Nζόγια. Τέτοια χειρόγραφα, που σώζονται έως σήμερα, αναφέρονται σε θέματα όπως η ιστορία, τα έθιμα, η θρησκεία και η ιατρική των Mπαμούν. Επίσης υπάρχουν χειρόγραφα με αραβικούς χαρακτήρες, στα οποία διασώζονται ποιήματα των βοσκών Φούλμπε (εγκωμιαστικά, θρησκευτικά και ηθικά άσματα). Ωστόσο η πραγματική, παραδοσιακή λογοτεχνία της χώρας παρέμεινε προφορική. Πρόκειται για τη δραματική-αφηγηματική λογοτεχνία των Πυγμαίων και των Mπέτι. Οι αοιδοί αυτών των φυλών συνοδεύουν την απαγγελία των επικολυρικών ποιημάτων με τη μουσική ενός έγχορδου οργάνου, του mwet και απολαμβάνουν μεγάλου κύρους στα πλαίσια της φυλής. Η παράδοση αυτή παραμένει και σήμερα ζωντανή μέσα από ένα είδος θεάτρου, το οποίο παρουσιάζει έργα που έχουν στίχους και μουσική και συνοδεύονται από το mwet και από τύμπανα (Ζ. Ομπάμα, Ζ. Nάμα κ.ά.). Η ευρύτατα διαδεδομένη σχολική εκπαίδευση σε δύο γλώσσες (αγγλικά και γαλλικά) καθιστά το Κ. μία από τις πλουσιότερες λογοτεχνικά χώρες της ομάδας των γαλλόφωνων κρατών και το πρώτο στον τομέα του σύγχρονου διηγήματος με τους Mόνγκο Mπέτι και Φερντινάν Oγιόνο, το έργο των οποίων διακρίνεται για την ιδιαίτερα καυστική του σάτιρα. Άλλοι συγγραφείς που αξίζει να αναφερθούν είναι οι Zοζέφ Oβονό και Zαν Iκελέ-Mατίμπα. Ο δεύτερος εξέδωσε το έργο Εκείνη η Αφρική, στο οποίο εκφράζει τη θλίψη του για τη γερμανική κατοχή. Μετά την απελευθέρωση το πανεπιστήμιο της Γιαουντέ και η επιθεώρηση Άμπια (1962-82) αποτέλεσαν κέντρα της εθνικής κουλτούρας. Η λογοτεχνία στην αγγλική γλώσσα βρήκε στο πρόσωπο του Mπέρναρ Φόνλον –ο οποίος ήταν ιδρυτής και διευθυντής της επιθεώρησης Άμπια– τον καλύτερο εκπρόσωπό της. Όσον αφορά τη γαλλόφωνη λογοτεχνία –και κυρίως το διήγημα–, αυτή παραμένει πάντα η πιο πλούσια και η πιο διεισδυτική. Ωστόσο, κοινό χαρακτηριστικό όλων των συγγραφέων αποτελεί η στράτευσή τους ή καλύτερα η πεποίθηση ότι ο διανοούμενος οφείλει να διαδραματίσει έναν ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο, αυτόν του μάρτυρα της πραγματικότητας. Ανάμεσα στους κυριότερους συγγραφείς συγκαταλέγονται οι Φ. Mπεμπέι, Μ. Mπέτι, Ρ. Φιλόμπε, Π. Kαγιό και Nτ. Nντατσί Tάγκνε. Η ποίηση, η οποία είχε υποστεί επί μακρόν τη γαλλική επίδραση, μετά την ανεξαρτησία πλησίασε τις αφρικανικές αξίες των μαύρων, χωρίς να εγκαταλείψει τις προσπάθειες αισθητικής έρευνας. Κορυφαίος της ποιητικής σχολής του Κ. θεωρείται ο Eλολονγκουέ Eπανιά-Γιοντό, που καθιερώθηκε με τη συλλογή Kαμερούν! Kαμερούν! (1960), γραμμένη στα γαλλικά και στη διάλεκτο ντουάλα. Από τα σπάνια παραδείγματα δίγλωσσων λογοτεχνών είναι ο ποιητής και μυθιστοριογράφος Mπέλα Σόνο Nτιποκό, που γράφει στα γαλλικά και στα αγγλικά. Άλλοι αξιόλογοι ποιητές είναι οι Μπ. Mπερνετέλ, Ε. Aλίμα, Σ. Nγκουεντάμ και από τις ποιήτριες η Γ. Λικίνγκ.Η γεωγραφική θέση του Κ., που βρίσκεται ανάμεσα σε περιοχές όπου άνθησε μια τέχνη τυπικά κονγκολέζικου στιλ και στις ακτές της Γουινέας, ήταν φυσικό να προσδώσει στην εγχώρια τέχνη τα χαρακτηριστικά μιας μεικτής κουλτούρας ημι-Μπαντού. Η θεματολογία κινείται γύρω από την ανθρώπινη φιγούρα, από τις μάσκες που εικονίζουν ανθρώπους ή ζώα ή συνενώνουν τις μορφές και των δύο, καθώς και γύρω από την αναπαράσταση διαφόρων άγριων ζώων και κυρίως του πάνθηρα. Τόσο η ανθρώπινη μορφή όσο και η μάσκα εμφανίζονται με διακοσμητική πρόθεση πάνω σε πολλά δομικά στοιχεία των κτισμάτων του Κ., όπως για παράδειγμα στις παραστάδες των σπιτιών, στις κολόνες που λειτουργούν ως στηρίγματα, στα πλαίσια των παραθύρων, στις πόρτες, στις επενδύσεις των τοίχων. Ως μεμονωμένο καλλιτεχνικό θέμα η ανθρώπινη φιγούρα μεταβάλλεται σε εντυπωσιακά πλαστικά δημιουργήματα, συχνά σεβαστών διαστάσεων, σκοπός των οποίων είναι να τιμήσουν τη μνήμη είτε ενός μονάρχη είτε ενός προγόνου. Αντίθετα οι μορφές ζώων έχουν κυρίως ρόλο υποστηριγμάτων στα καθίσματα και στους θρόνους των αρχηγών – έργα που θεωρούνται από τα πιο ενδιαφέροντα ολόκληρης της καλλιτεχνικής παραγωγής του Κ., τόσο για την εκφραστική τους δύναμη όσο και για την κομψότητά τους. Εξάλλου, οι ξύλινες κούπες και τα τύμπανα δίνουν ίσως τα καλύτερα παραδείγματα της παρουσίας της τέχνης σε καθημερινά λειτουργικά αντικείμενα. Εκπρόσωποι αυτής της τέχνης είναι οι πολυάριθμοι Mπαμιλέκε, που βρίσκονται διασκορπισμένοι σε πολλά σημεία του κεντρικού και ανατολικού Κ., οι Mπαμούμ και οι Mπαμπαλί. Στις ακρότατες περιοχές του βορρά, προς τη λίμνη Τσαντ και κοντά στο δέλτα του ποταμού Σαρί, εκτείνεται η ζώνη του πολιτισμού των Σάο, που σήμερα είναι μοιρασμένη ανάμεσα στις Δημοκρατίες του Τσαντ και του Κ. Πολυάριθμα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σε εκείνες τις περιοχές και χρονολογούνται μεταξύ 10ου και 15ου αι., αποδίδονται στον μυστηριώδη αυτό λαό, που εικάζεται ότι είχε αναπτύξει αξιόλογη κουλτούρα. Ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιδέραια από χαλκό και ορείχαλκο, τα οποία φανερώνουν, εκτός από μια προηγμένη τεχνική, και μεγάλη αισθητική ευαισθησία. Ωστόσο τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της τέχνης των Σάο είναι οι μικρές κεφαλές και τα αγαλματίδια από τερακότα που δεν ξεπερνούν τα 40 εκ., τα οποία παριστάνουν προγόνους ή μεταμφιεσμνους χορευτές.Στο κεντρικό Κ. κυριαρχούν οι λεγόμενες παλαιοσουδανικές φυλές, όπως οι Mπάγια, οι Mπουμ, οι Nτουρού, οι Λάκα, οι οποίοι ζουν στις αχανείς εκτάσεις που διασχίζουν ο Σανάγκα και οι παραπόταμοί του, καθώς κατηφορίζουν από τα υψίπεδα του Aνταμάουα ανάμεσα σε πυκνά δάση. Από την άποψη της κουλτούρας, οι φυλές της περιοχής αυτής παρουσιάζουν γνωρίσματα που μπορούν να αποδοθούν τόσο σε επιδράσεις Mπαντού (αυτό ισχύει κυρίως για τους Mπάγια) όσο και ημι-Μπαντού. Ιδιαίτερα όμως έχουν επηρεαστεί από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Φούλμπε και των Xάουσα που ζουν στο οροπέδιο του Aνταμάουα, γύρω από την πόλη Nγκαουντερέ. Τη μουσουλμανική επίδραση έχουν κυρίως υποστεί οι Nτουρού και οι Mπουμ, οι οποίοι είναι αγρότες. Καλλιεργούν σχεδόν αποκλειστικά κεχρί και μανιόκα, τα δύο είδη που αποτελούν και τη βάση της διατροφής τους. Τα χωριά τους βρίσκονται στην καρδιά της σαβάνας ή στις πλαγιές των υψωμάτων και αποτελούνται από κυκλικές καλύβες. Οι Mπουμ πιστεύουν σε έναν μοναδικό θεό, παντοδύναμο και δημιουργό των πάντων, τον οποίο ονομάζουν Γκαν-Bεν. Οι Φούλμπε και οι Xάουσα, που έχουν ασκήσει έντονη επίδραση και στους Mπουμ, είναι λαοί που ακολουθούν με αυστηρότητα τις πατρογονικές τους παραδόσεις. Αυτό γίνεται φανερό και από την ενδυμασία τους: φορούν τα λεμσί, ευρύχωρους χιτώνες με ζωηρά χρώματα που παραπέμπουν σε παπικούς μανδύες, καθώς και βαριά στολίδια. Τέλος, Β του οροπεδίου της Aνταμάουα και κυρίως γύρω από τα βουνά Mαντάρα ζουν πολλοί λαοί που συναπαρτίζουν μια εθνική ζώνη σχεδόν ομοιογενή. Πρόκειται για ιθαγενείς με παγανιστικά έθιμα, που έμειναν για αιώνες ολόκληρους απομονωμένοι στα βουνά ή σε τόπους απροσπέλαστους και διεξήγαγαν σκληρούς αμυντικούς πολέμους για την υπεράσπιση των περιοχών τους από την εισβολή των μουσουλμάνων. Οι Φούλμπε ονομάζουν όλους αυτούς τους λαούς Kίρντι, που σημαίνει ειδωλολάτρες. Ειδικότερα οι Κίρντι των βουνών Mαντάρα ζουν σχεδόν αποκλειστικά από τη γεωργία και καλλιεργούν κυρίως κεχρί. Στα χωριά τους, τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα ως κτίσματα παρουσιάζουν οι αποθήκες των δημητριακών, στις οποίες φυλάσσουν τη σοδειά τους.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, το 2001 ζούσαν στο Κ. περίπου 1.200 Έλληνες. Καταστόλιστος ιππέας του Καμερούν, στη διάρκεια ενός τοπικού εθίμου. Γυναίκες και άνδρες μιας φυλής του Καμερούν κουβαλούν στο κεφάλι τους προσφορές για μία νεκρική τελετή. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Καμερούν, η οποία κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2000 στο Σίδνεϊ (φωτ. ΑΠΕ) Λεπτομέρεια από ξυλόγλυπτο θρόνο, έργο χαρακτηριστικής τέχνης του Καμερούν. Γλυπτό της φυλής των Σάο. Ξυλόγλυπτη φιγούρα Μπαμιλέκε (Λαογραφικό Μουσείο, Βερολίνο). Ο Γκιγιόμ Ογιονό Μπία, ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του Καμερούν. Ο πρόεδρος του Καμερούν Πολ Μπίγια (φωτ. ΑΠΕ). Ο Φερντιγιάν Ογιονό, ο μεγαλύτερος και περισσότερο αγαπητός εκπρόσωπος της πρώτης συγγραφικής γενιάς του Καμερούν. Χαρτονόμισμα των 5.000 φράγκων των Κρατών της Κεντρικής Αφρικής, νόμισμα που είναι το επίσημο και στο Καμερούν. Μνημείο της Ντουάλα αφιερωμένο στον στρατηγό Λεκλέρκ, ο οποίος έκανε το 1940 το Καμερούν μία από τις κύριες οργανωτικές βάσεις της «Ελεύθερης Γαλλίας». Μία άποψη της Ντουάλα, μεγάλου λιμανιού και σπουδαίου βιομηχανικού κέντρου του Καμερούν. Φυτεία μπανανών στη ζώνη του Μπαμιλέκε του Καμερούν· τα φρούτα αυτά έχουν σημαντική θέση μεταξύ των άλλων γεωργικών προϊόντων της χώρας και εξάγονται και στο εξωτερικό. Άποψη του φράγματος της Εντέα και του μεγάλου υδροηλεκτρικού σταθμού του ποταμού Σανάγκα στο Καμερούν. Στο Καμερούν σμίγουν άνθρωποι σουδανικής φυλής (σαβάνες του βορρά) και καταγωγής Μπαντού (δασώδεις ζώνες του νότου). Χαρακτηριστικός τύπος κατοίκου του Καμερούν. Τύποι Μπαμούμ, φυλή που ζει στο δυτικό Καμερούν. Γυναίκες του Καμερούν παρελαύνουν φορώντας παραδοσιακές ενδυμασίες, κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας (φωτ. ΑΠΕ). Δάσος κοντά στον Σανάγκα, τον κυριότερο ποταμό του Καμερούν. Χαρακτηριστική πιρόγα στον ποταμό Λογκόνε του Καμερούν, παραπόταμο του Σαρί. Ένα τυπικό «χορστ», γρανιτική κορυφή απομονωμένη από τη διάβρωση, ανάμεσα στις απαλές κυματώσεις των ορέων Μαντάρα. Φωτογραφία της τεχνητής λίμνης Λάγκντο του Καμερούν, στον ποταμό Μπενούε, μεταξύ της πόλης Γκαρούα και του εθνικού πάρκου του Μπενούε, από δορυφόρο της NAΣA, τον Μάρτιο του 1989 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Λάβα που ρέει από τις πλαγιές του όρους Καμερούν, το οποίο είναι ενεργό ηφαίστειο (φωτ. ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καμερούν Έκταση: 475.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.184.748 (2002) Πρωτεύουσα: Γιαουντέ (1.154.400 κάτ. το 2002)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ισημερινή Γουινέα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ισημερινής Γουινέας Έκταση: 28.051 τ. χλμ. Πληθυσμός: 476.200 (2003) Πρωτεύουσα: Μαλάμπο (92.900 κάτ. το 2003)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με το Καμερούν και στα Α και Ν με την Γκαμπόν, ενώ βρέχεται …   Dictionary of Greek

  • Τσαντ — I Κράτος της κεντρικής Αφρικής. Συνορεύει στα βόρεια με τη Λιβύη, δυτικά με η Νιγηρία, νότια με το Καμερούν και ανατολικά με το Σουδάν.Διοικητικά η χώρα διαιρείται σε 14 νομούς: Mπάτα (Άτι), Mπιλτίνε (Mπιλτίνε), Mπόρκου Eνέντι Tιμπέστι, Σαρί… …   Dictionary of Greek

  • Γκαμπόν — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γκαμπόν Έκταση: 267.667 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.308.500 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Λιμπρεβίλ (541.000 κάτ. το 2002)Κράτος της βορειοδυτικής Αφρικής. Συνορεύει Β με την Ισημερινή Γουινέα και το Καμερούν, Α και Ν με τη… …   Dictionary of Greek

  • Μπαντού — (από το Μπα, πρόθημα ενδεικτικό του πληθυντικού και Ντου = άνθρωπος). Λαοί που είναι εγκατεστημένοι σε μεγάλο τμήμα της Μαύρης Αφρικής, από τις ατλαντικές ακτές του Καμερούν έως τις εκβολές του Τζούμπα, μέχρι του νότιου άκρου της ηπείρου, εκτός… …   Dictionary of Greek

  • Αλεξάνδρειας, Πατριαρχείο — Ένα από τα αρχαιότερα πρεσβυγενή πατριαρχεία. Ο χριστιανισμός διαδόθηκε πολύ νωρίς στην Αίγυπτο και η ίδρυση της Εκκλησίας της Α. ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Πρώτος επίσκοπος Α., σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ο Ευαγγελιστής… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Γουινέα — I Παράκτια εδαφική ζώνη στην Αφρική που περιβάλλει τον ομώνυμο κόλπο. Χωρίζεται από το δέλτα του ποταμού Νίγηρα σε δύο τμήματα, τη βόρεια Γ. και τη νότια Γ. Πρόκειται για χαμηλή ακτή, που ανεβαίνει προς το εσωτερικό με αναβαθμίδες, με συχνές… …   Dictionary of Greek

  • Κεντροαφρικανική Δημοκρατία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής Παλαιότερες ονομασίες: Oυμπανγκί Σαρί (έως το 1960) / Κεντροαφρικανική Αυτοκρατορία (1976 79) Έκταση: 622.984 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.986.400 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Μπανγκί (669.800 κάτ. το… …   Dictionary of Greek

  • Ντουάλα — (Douala). Πόλη (1.274.300 κάτ. το 2003) του Καμερούν, πρωτεύουσα της Παράκτιας επαρχίας. Η πόλη αποτελείται ουσιαστικά από τρεις μεγάλες συνοικίες, την Μπέλι ή Μπελ Τάουν, που είναι ευρωπαϊκής εμφάνισης, την Άκβα, με καθαρά αφρικανικό χρώμα, και… …   Dictionary of Greek

  • σουδανικές γλώσσες — Ομάδα αφρικανικών γλωσσών που τις μιλούν πενήντα περίπου εκατομμύρια άνθρωποι. Ο χώρος που καλύπτουν οι γλώσσες αυτές ορίζεται προς τα Β και προς τα Α από τις χαμιτο σημιτικές γλώσσες και προς τα Ν από τις γλώσσες της ομάδας μπαν τού. Σε αντίθεση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”